Τα ζυγιστικά μηχανήματα βρίσκονται σε κάθε πτυχή της καθημερινότητάς μας, από τη ζυγαριά που χρησιμοποιούμε στο μπάνιο για να δούμε αν πήραμε βάρος (την οποία στη συνέχεια συνδέουμε μέσω wifi με τον υπολογιστή για πλήρη εποπτεία και έλεγχο) μέχρι και τη ζύγιση των προϊόντων μας στο σούπερ μάρκετ. Η χρήση τους είναι απλή: τοποθετούμε πάνω στην επιφάνεια το προς ζύγιση αντικείμενο και πατάμε -αν απαιτείται- το κουμπί. Στην οθόνη αυτομάτως εμφανίζεται το βάρος. Ή, για να είμαστε πιο σωστοί σε επιστημονικό επίπεδο, η μάζα.
Το βάρος είναι δύναμη και η μονάδα μέτρησης του στο διεθνές σύστημα είναι το Newton (N), ενώ αντίθετα οι ζυγαριές είναι βαθμονομημένες σε χιλιόγραμμα (κιλά δηλαδή) και τις υποδιαιρέσεις και τα πολλαπλάσιά τους. Όταν για παράδειγμα ζυγίζεται ένας άνθρωπος και πάρει ένδειξη 80Κg, αυτό δεν είναι το βάρος του, αλλά η μάζα του. Και μάλιστα αν χρησιμοποιηθεί ζυγαριά με ελατήρια και όχι κάποια που χρησιμοποιεί σταθμά, η ένδειξη θα είναι ακριβής μόνο αν ληφθεί στο ύψος της επιφάνειας της θάλασσας. Στο συγκεκριμένο παράδειγμα το βάρος του θα είναι περίπου 784,5N. Η μάζα είναι κάτι που δεν αλλάζει με τις διακυμάνσεις της βαρύτητας και αυτό είναι που θέλουμε να μάθουμε από μια ζυγαριά. Σκεφτείτε απλώς ότι οι αστροναύτες, σε συνθήκες έλλειψης βαρύτητας, δε ζυγίζουν ούτε γραμμάριο, αλλά αυτό δε σημαίνει πως έχουν εξαϋλωθεί. Το βάρος, λοιπόν, είναι η δύναμη που ασκείται στη ζυγαριά, αλλά η ζυγαριά το χρησιμοποιεί προκειμένου να μετρήσει μάζα.
Τα πρώτα ζυγιστικά συστήματα γεννήθηκαν από την ανάγκη για μέτρηση των προς πώληση αγαθών κατά την αρχαιότητα και ο δρόμος μέχρι να φτάσουμε στον αυτοματοποιημένο συνδυασμό τους με μηχανήματα συσκευασίας υπήρξε μακραίωνος. Εφευρέθηκαν λόγω της ραγδαίας ανάπτυξης του εμπορίου και των ανταλλαγών, καθώς οι έμποροι αναζήτησαν έναν καινούργιο τρόπο μέτρησης της αξίας των προϊόντων τους, εκτός από τη μέτρηση κατά κομμάτι. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο εμπόριο ακανόνιστου σχήματος ψηγμάτων χρυσού, η μέτρηση με αυτή τη μονάδα ήταν δύσκολη. Τα αρχαιότερα ζυγιστικά ανακαλύφθηκαν από αρχαιολόγους στην πεδιάδα του Ινδού ποταμού κοντά στο σημερινό Πακιστάν και χρονολογούνται πίσω στο 2000 π.Χ. Αποτελούνταν από δυο δίσκους προσαρμοσμένους σε μια κάθετη ακτίνα/ βέργα. Το προς ζύγιση προϊόν τοποθετείτο στον ένα δίσκο, ενώ στον άλλο τοποθετούνταν βαρίδια με γνωστό στον έμπορο βάρος, μέχρι να επιτευχθεί η ισορροπία. Το σύστημα αυτό ήταν απόλυτα ακριβές, αλλά και «εύκολο» στο να πειραχθεί.
Το πιο γνωστό ιστορικό παράδειγμα αλλοίωσης αποτελέσματος ζύγισης είναι αυτό μετά την κατάληψη της Ρώμης το 390 πΧ από τον Γαλάτη αρχηγό Βρέννο. Ο Βρέννος απαίτησε από τους Ρωμαίους το ποσό των 1000 λιβρών ως λύτρα για να μην κάψει την πόλη της Ρώμης. Οι Ρωμαίοι, φοβούμενοι μην καταστραφεί η χρυσή τους πόλη, συγκέντρωσαν τον χρυσό, τον ζύγισαν και τον παρέδωσαν στον Βρέννο. Αυτός, όμως, τον ζύγισε με τα δικά του σταθμά, τα οποία ήταν διαφορετικά από αυτά των Ρωμαίων. Βρήκε λοιπόν την ποσότητα του χρυσού που του προσφερόταν λειψή και απαίτησε το συμπλήρωμα. Όταν οι Ρωμαίοι -και με το δίκιο τους- παραπονέθηκαν ότι έχει «πειράξει» τη ζυγαριά και τα βαρίδια, ο Βρέννος πέταξε στο δίσκο με τα βαρίδια το σπαθί του (έτσι ώστε για να ισορροπήσει τώρα η ζυγαριά, θα χρειαζόταν ακόμη μεγαλύτερη ποσότητα χρυσού) και είπε την ιστορική πλέον φράση «Αλίμονο στους ηττημένους» (vae victis).
